χάσμα

χάσμα
пасть

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "χάσμα" в других словарях:

  • χάσμα — yawning chasm neut nom/voc/acc sg χάσμᾱ , χάσμη yawning fem nom/voc/acc dual χάσμᾱ , χάσμη yawning fem nom/voc sg (doric aeolic) χάσμᾱ , χασμάω pres imperat act 2nd sg χάσμᾱ , χασμάω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάσμα — χάσμα, το ατος 1. ρήγμα γης, βάραθρο, γκρεμός. 2. κάθε κενό από διακοπή συνέχειας. 3. φρ., «χάσμα νόμου», παράλειψη ρύθμισης από το νόμο ορισμένης σχέσης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χάσμα — ατος, το, ΝΜΑ 1. ρήγμα γης, βάραθρο (α. «το χάσμα π άνοιξ ο σεισμός κι ευθύς εγιόμισ άνθη», Σολωμ. β. «υποθαλάσσιο χάσμα» γ. «Ταρτάρου γὰρ ὤφελεν ἐλθεῑν Κιθαιρὼν εἰς ἄβυσσα χάσματα», Ευρ.) 2. κάθε ευρύ άνοιγμα (α. «η πληγή του παρουσίαζε μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • χασμᾷ — χασμάομαι yawn pres subj mp 2nd sg χασμάομαι yawn pres ind mp 2nd sg (epic) χασμάω pres subj mp 2nd sg χασμάω pres ind mp 2nd sg (epic) χασμάω pres subj act 3rd sg χασμάω pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χασμάτων — χάσμα yawning chasm neut gen pl χασμά̱των , χασμάω pres imperat act 3rd pl χασμά̱των , χασμάω pres imperat act 3rd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάσμ' — χάσμα , χάσμα yawning chasm neut nom/voc/acc sg χάσμαι , χάσμη yawning fem nom/voc pl χάσμᾱͅ , χάσμη yawning fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάσμας — χάσμᾱς , χάσμη yawning fem acc pl χάσμᾱς , χάσμη yawning fem gen sg (doric aeolic) χάσμᾱς , χασμάω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάσμασι — χάσμα yawning chasm neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάσμασιν — χάσμα yawning chasm neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάσματα — χάσμα yawning chasm neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάσματι — χάσμα yawning chasm neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»